Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρκουδίσιος

/aɾ.kuˈði.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει στην αρκούδα ή τη χαρακτηρίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρκουδίσιος < αρκούδ(α) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρκουδίσιοςαρκουδίσιααρκουδίσιο
Γενικήαρκουδίσιουαρκουδίσιαςαρκουδίσιου
Αιτιατικήαρκουδίσιοαρκουδίσιααρκουδίσιο
Κλητικήαρκουδίσιεαρκουδίσιααρκουδίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρκουδίσιοιαρκουδίσιεςαρκουδίσια
Γενικήαρκουδίσιωναρκουδίσιωναρκουδίσιων
Αιτιατικήαρκουδίσιουςαρκουδίσιεςαρκουδίσια
Κλητικήαρκουδίσιοιαρκουδίσιεςαρκουδίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →