αρκουδιάρισσα
•
- θηλυκό του αρκουδιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρκουδιάρισσα < αρκουδιάρ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρκουδιάρισσα | αρκουδιάρισσες |
| Γενική | αρκουδιάρισσας | — |
| Αιτιατική | αρκουδιάρισσα | αρκουδιάρισσες |
| Κλητική | αρκουδιάρισσα | αρκουδιάρισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →