Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρκτοτρόφος

/aɾ.ktoˈtɾo.fos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός/ή που εκτρέφει αρκούδες Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαο αρκουδιάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρκτοτρόφος < ελληνιστική κοινή ἀρκτοτρόφος, μορφολογικά αναλύεται άρκτ(ος) + -ο- + -τρόφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρκτοτρόφοςαρκτοτρόφοι
Γενικήαρκτοτρόφουαρκτοτρόφων
Αιτιατικήαρκτοτρόφοαρκτοτρόφους
Κλητικήαρκτοτρόφεαρκτοτρόφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →