αρκτοτρόφος
•
- επάγγελμααυτός/ή που εκτρέφει αρκούδες Βικιλεξικό
- επάγγελμαο αρκουδιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρκτοτρόφος < ελληνιστική κοινή ἀρκτοτρόφος, μορφολογικά αναλύεται άρκτ(ος) + -ο- + -τρόφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρκτοτρόφος | αρκτοτρόφοι |
| Γενική | αρκτοτρόφου | αρκτοτρόφων |
| Αιτιατική | αρκτοτρόφο | αρκτοτρόφους |
| Κλητική | αρκτοτρόφε | αρκτοτρόφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →