Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρλεκίνικος

/aɾ.leˈci.ni.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μοιάζει ή σχετίζεται με αρλεκίνο Βικιλεξικό
    • Κάθεται εκεί κατά τα Εξάρχεια, σε μία αρλεκίνικη οκέλα (προπολεμική πολυτελής πολυκατοικία), μπογιατισμένη παρδαλά, που μοιάζει με υπερωκεάνιο. Είναι τόση πολυτέλεια εκεί που βουϊζουν τ' αφτιά μου. Ο θυρωρός καμαρώνει σαν ναύαρχος.

Ετυμολογία

αρλεκίνικος < αρλεκίν(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρλεκίνικοςαρλεκίνικηαρλεκίνικο
Γενικήαρλεκίνικουαρλεκίνικηςαρλεκίνικου
Αιτιατικήαρλεκίνικοαρλεκίνικηαρλεκίνικο
Κλητικήαρλεκίνικεαρλεκίνικηαρλεκίνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρλεκίνικοιαρλεκίνικεςαρλεκίνικα
Γενικήαρλεκίνικωναρλεκίνικωναρλεκίνικων
Αιτιατικήαρλεκίνικουςαρλεκίνικεςαρλεκίνικα
Κλητικήαρλεκίνικοιαρλεκίνικεςαρλεκίνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →