αρλεκίνικος
•
- που μοιάζει ή σχετίζεται με αρλεκίνο Βικιλεξικό
- Κάθεται εκεί κατά τα Εξάρχεια, σε μία αρλεκίνικη οκέλα (προπολεμική πολυτελής πολυκατοικία), μπογιατισμένη παρδαλά, που μοιάζει με υπερωκεάνιο. Είναι τόση πολυτέλεια εκεί που βουϊζουν τ' αφτιά μου. Ο θυρωρός καμαρώνει σαν ναύαρχος.
Ετυμολογία
αρλεκίνικος < αρλεκίν(ος) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρλεκίνικος | αρλεκίνικη | αρλεκίνικο |
| Γενική | αρλεκίνικου | αρλεκίνικης | αρλεκίνικου |
| Αιτιατική | αρλεκίνικο | αρλεκίνικη | αρλεκίνικο |
| Κλητική | αρλεκίνικε | αρλεκίνικη | αρλεκίνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρλεκίνικοι | αρλεκίνικες | αρλεκίνικα |
| Γενική | αρλεκίνικων | αρλεκίνικων | αρλεκίνικων |
| Αιτιατική | αρλεκίνικους | αρλεκίνικες | αρλεκίνικα |
| Κλητική | αρλεκίνικοι | αρλεκίνικες | αρλεκίνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →