αρλούμπα
•
- συνήθως στον πληθυντικόανοησία, κουταμάρα, οποιαδήποτε πράξη, κατασκευή ή ακόμα και λόγος που στερείται κάποιας αξίας ή είναι κενό ουσίας Βικιλεξικό
- ωχ, ο Νίκος ήπιε πολύ και άρχισε πάλι τις αρλούμπες
Ετυμολογία
αρλούμπα < πιθανόν παραφθορά της ιταλικής λέξης, burla (ανόητος) ή της φράσης alla burla (για πλάκα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρλούμπα | αρλούμπες |
| Γενική | αρλούμπας | — |
| Αιτιατική | αρλούμπα | αρλούμπες |
| Κλητική | αρλούμπα | αρλούμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →