Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρλούμπα

/aɾˈlum.ba/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνήθως στον πληθυντικόανοησία, κουταμάρα, οποιαδήποτε πράξη, κατασκευή ή ακόμα και λόγος που στερείται κάποιας αξίας ή είναι κενό ουσίας Βικιλεξικό
    • ωχ, ο Νίκος ήπιε πολύ και άρχισε πάλι τις αρλούμπες

Ετυμολογία

αρλούμπα < πιθανόν παραφθορά της ιταλικής λέξης, burla (ανόητος) ή της φράσης alla burla (για πλάκα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρλούμπααρλούμπες
Γενικήαρλούμπας—
Αιτιατικήαρλούμπααρλούμπες
Κλητικήαρλούμπααρλούμπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →