αρμ
•
- στρατιωτικός όροςστρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος Βικιλεξικό
- Επʼ ώμου, αρμ! Παρουσιάστε, αρμ!
Ετυμολογία
αρμ < γαλλική (présentez) armes < λατινική arma (όπλα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →