αρμανιάκ
•
- ποτόείδος κονιάκ που παράγεται στην περιοχή Αρμανιάκ στη Γασκώνη, στη νοτιοδυτική Γαλλία Βικιλεξικό
- […] το «αρμανιάκ» και το «γκραν μαρνιέ», το «ναπολεόν», το «μπενεντικτίν», το «ντραμπουί» και το «τσίβερς», πάνω σε ένα δίσκο ολοστρόγγυλο, ίδιο με το φεγγάρι που ακριβώς εκείνη τη στιγμή κρυβόταν πίσω απ' την ταράτσα της αντικρινής πολυκατοικίας κατατρυπημένο απ' τις κεραίες της τηλεόρασης […]
- «Δεν νομίζω ότι έχω δοκιμάσει ποτέ αρμανιάκ» είπε η Μελίσα, γέρνοντας προς το μέρος του Χιούγκο για να δει το μπουκάλι. […]
Ετυμολογία
αρμανιάκ < (οπτικό δάνειο) γαλλική armagnac
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →