Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρματαγωγό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςπολεμικό πλοίο κατάλληλο να μεταφέρει και να αποβιβάζει άρματα μάχης Βικιλεξικό
    • Στο λιμάνι της Ελευσίνας, έφτασε λίγο μετά τις 7:30 το πρωί, το αρματαγωγό πλοίο «Ικαρία» μεταφέροντας 389 πρόσφυγες και μετανάστες από τη Σύμη. (εφ. Καθημερινή, 9/10/2019)

Ετυμολογία

αρματαγωγό < (καθαρεύουσα) ἁρματαγωγόν κατά το ὁπλιταγωγόν. Αναλύεται σε άρμα, αρματ- + -αγωγό, ουδέτερο του -αγωγός (άγω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρματαγωγόαρματαγωγά
Γενικήαρματαγωγούαρματαγωγών
Αιτιατικήαρματαγωγόαρματαγωγά
Κλητικήαρματαγωγόαρματαγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →