αρματηλάτης
•
- οδηγός άρματος, ηνίοχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρματηλάτης < άρματ(ος) + -ηλάτης < ἐλαύνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρματηλάτης | αρματηλάτες |
| Γενική | αρματηλάτη | αρματηλατών |
| Αιτιατική | αρματηλάτη | αρματηλάτες |
| Κλητική | αρματηλάτη | αρματηλάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →