αρματούρα
•
- ναυτικός όροςη σκαλμοδόκη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρματούρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική armatura < λατινική armatura < armo < arma < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂(e)rmos < *h₂er- (ἀραρίσκω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρματούρα | αρματούρες |
| Γενική | αρματούρας | — |
| Αιτιατική | αρματούρα | αρματούρες |
| Κλητική | αρματούρα | αρματούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →