Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρμενοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει άρμενα Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςαυτός που κινείται με ιστίο ή ιστία (πανιά), ιστιοφόρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρμενοφόρος < άρμεν(α) + -ο- + -φόρος < φέρω, αρχαία ελληνική ἀρμενοφόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρμενοφόροςαρμενοφόρααρμενοφόρο / αρμενοφόρος
Γενικήαρμενοφόρουαρμενοφόραςαρμενοφόρου
Αιτιατικήαρμενοφόροαρμενοφόρααρμενοφόρο
Κλητικήαρμενοφόρεαρμενοφόρααρμενοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρμενοφόροιαρμενοφόρεςαρμενοφόρα
Γενικήαρμενοφόρωναρμενοφόρωναρμενοφόρων
Αιτιατικήαρμενοφόρουςαρμενοφόρεςαρμενοφόρα
Κλητικήαρμενοφόροιαρμενοφόρεςαρμενοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →