αρμοδεσία
•
- σπάνιοο τρόπος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους διάφορα τμήματα μιας κατασκευής, ώστε να δημιουργήσουν μια σταθερή και συνεκτική δομή Βικιλεξικό
- ειδικότεραο συνεκτικός τρόπος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους διάφορα τμήματα ενός κειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμοδεσία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἁρμοδεσία < ἁρμός + -δες- (όπως δέσω) + ία ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμοδεσία | αρμοδεσίες |
| Γενική | αρμοδεσίας | αρμοδεσιών |
| Αιτιατική | αρμοδεσία | αρμοδεσίες |
| Κλητική | αρμοδεσία | αρμοδεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →