αρμονίστας
•
- μουσικήμουσικός που ειδικεύεται στο παίξιμο αρμονίου, συνθέτοντας ή εκτελώντας μελωδίες και συγχορδίες, είτε στα πλαίσια ορχήστρας είτε ως σολίστας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμονίστας < αγγλική harmonist < harmony < λατινική harmonia < αρχαία ελληνική ἁρμονία < ἁρμόζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er- (ἀραρίσκω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμονίστας | αρμονίστες |
| Γενική | αρμονίστα | αρμονιστών |
| Αιτιατική | αρμονίστα | αρμονίστες |
| Κλητική | αρμονίστα | αρμονίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →