Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρμόνικα

/aɾˈmo.ni.ka/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μουσικό όργανοφυσαρμόνικα Βικιλεξικό
  2. μουσικό όργανομικρό όργανο με μεταλλικά γλωσσίδια που παράγουν ήχο με διάφορα μέσα όπως με αέρα η φυσαρμόνικα, ή το ακορντεόν Βικιλεξικό
  3. μουσικό όργανομουσικό όργανο με σειρά γυάλινων ποτηριών που παράγουν με την τριβή των δακτύλων διαφορετικούς ήχους, ανάλογα με το νερό που περιέχουν Βικιλεξικό
  4. μέρος οργάνουξύλινος σωλήνας μεγάλου εκκλησιαστικού οργάνου που βρίσκεται κοντά στο πόδειο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρμόνικα * (αντιδάνειο) < ιταλική armonica < αγγλική harmonica με τη νέα σημασία της < λατινική harmonicus επίθετο < αρχαία ελληνική ἁρμονικός * (αντιδάνειο) < ιταλική armonica < λατινική harmonicus επίθετο < αρχαία ελληνική ἁρμονικός * < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική armonica < λατινική harmonicus επίθετο < αρχαία ελληνική ἁρμονικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρμόνικααρμόνικες
Γενικήαρμόνικας—
Αιτιατικήαρμόνικααρμόνικες
Κλητικήαρμόνικααρμόνικες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αρμονικά

επίρρημα
•
  1. με αρμονικό τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρμονικά < αρμονικός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →