αρμόνικα
•
- μουσικό όργανοφυσαρμόνικα Βικιλεξικό
- μουσικό όργανομικρό όργανο με μεταλλικά γλωσσίδια που παράγουν ήχο με διάφορα μέσα όπως με αέρα η φυσαρμόνικα, ή το ακορντεόν Βικιλεξικό
- μουσικό όργανομουσικό όργανο με σειρά γυάλινων ποτηριών που παράγουν με την τριβή των δακτύλων διαφορετικούς ήχους, ανάλογα με το νερό που περιέχουν Βικιλεξικό
- μέρος οργάνουξύλινος σωλήνας μεγάλου εκκλησιαστικού οργάνου που βρίσκεται κοντά στο πόδειο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμόνικα * (αντιδάνειο) < ιταλική armonica < αγγλική harmonica με τη νέα σημασία της < λατινική harmonicus επίθετο < αρχαία ελληνική ἁρμονικός * (αντιδάνειο) < ιταλική armonica < λατινική harmonicus επίθετο < αρχαία ελληνική ἁρμονικός * < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική armonica < λατινική harmonicus επίθετο < αρχαία ελληνική ἁρμονικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμόνικα | αρμόνικες |
| Γενική | αρμόνικας | — |
| Αιτιατική | αρμόνικα | αρμόνικες |
| Κλητική | αρμόνικα | αρμόνικες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →