αρμοστεία
•
- ο θεσμός ή το αξίωμα του αρμοστή Βικιλεξικό
- η Ύπατη Aρμοστεία του ΟHΕ
- το καθεστώς διοίκησης μιας περιοχής από αρμοστή Βικιλεξικό
- η βρετανική Ύπατη Αρμοστεία των Ιονίων Νήσων
- συνεκδοχικάτο κτίριο όπου στεγάζονται οι υπηρεσίες της αρμοστείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμοστεία < αρμοστ(ής) + -εία. Κατ' άλλη άποψη + ία. Δείτε και ἁρμοστής, ἁρμόττω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμοστεία | αρμοστείες |
| Γενική | αρμοστείας | αρμοστειών |
| Αιτιατική | αρμοστεία | αρμοστείες |
| Κλητική | αρμοστεία | αρμοστείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →