αρμοστικός
•
- που σχετίζεται με άρμοση, διεπαφή της ή μηχανισμό της Βικιλεξικό
- προσαρμοστικός ώστε να ταιριάζει Βικιλεξικό
- δομοστοιχειωτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμοστικός < άρμοση + -τ- + -ικός ή αρμοστός + -ικός• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμοστικός | αρμοστική | αρμοστικό |
| Γενική | αρμοστικού | αρμοστικής | αρμοστικού |
| Αιτιατική | αρμοστικό | αρμοστική | αρμοστικό |
| Κλητική | αρμοστικέ | αρμοστική | αρμοστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμοστικοί | αρμοστικές | αρμοστικά |
| Γενική | αρμοστικών | αρμοστικών | αρμοστικών |
| Αιτιατική | αρμοστικούς | αρμοστικές | αρμοστικά |
| Κλητική | αρμοστικοί | αρμοστικές | αρμοστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →