Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρμόνιο

/aɾˈmo.ni.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικό όργανομικρό πληκτροφόρο μουσικό όργανο Βικιλεξικό
  2. μουσικό όργανομικρό πληκτροφόρο μουσικό όργανο Βικιλεξικό
    • Κάνω μάθημα αρμόνιο κάθε Δευτέρα, στο ωδείο.
  3. προφορικόεννοείται το εκκλησιαστικό όργανο, το όργανο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρμόνιο < (καθαρεύουσα) ἁρμόνιον. Κατά την ανασκευασμένη ετυμολόγηση του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική armonio (→ δείτε τη λέξη armonium) < λατινική harmonia < αρχαία ελληνική ἁρμονία. Κατά παλιότερη ετυμολόγησή του, με ευρύτερη ερμηνεία του όρου (αντιδάνειο): ιταλική armonio < armonia (θηλυκό) < λατινική harmonia < αρχαία ελληνική ἁρμονία : Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, (αντιδάνειο): ιταλική armonio < γαλλική harmonium < harmonie < αρχαία ελληνική ἁρμονία. : Δείτε και armonio. Παραβάλετε το αρμόνικα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρμόνιοαρμόνια
Γενικήαρμονίου / αρμόνιουαρμονίων / αρμόνιων
Αιτιατικήαρμόνιοαρμόνια
Κλητικήαρμόνιοαρμόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →