αρμόνιο
•
- μουσικό όργανομικρό πληκτροφόρο μουσικό όργανο Βικιλεξικό
- μουσικό όργανομικρό πληκτροφόρο μουσικό όργανο Βικιλεξικό
- Κάνω μάθημα αρμόνιο κάθε Δευτέρα, στο ωδείο.
- προφορικόεννοείται το εκκλησιαστικό όργανο, το όργανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμόνιο < (καθαρεύουσα) ἁρμόνιον. Κατά την ανασκευασμένη ετυμολόγηση του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική armonio (→ δείτε τη λέξη armonium) < λατινική harmonia < αρχαία ελληνική ἁρμονία. Κατά παλιότερη ετυμολόγησή του, με ευρύτερη ερμηνεία του όρου (αντιδάνειο): ιταλική armonio < armonia (θηλυκό) < λατινική harmonia < αρχαία ελληνική ἁρμονία : Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, (αντιδάνειο): ιταλική armonio < γαλλική harmonium < harmonie < αρχαία ελληνική ἁρμονία. : Δείτε και armonio. Παραβάλετε το αρμόνικα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμόνιο | αρμόνια |
| Γενική | αρμονίου / αρμόνιου | αρμονίων / αρμόνιων |
| Αιτιατική | αρμόνιο | αρμόνια |
| Κλητική | αρμόνιο | αρμόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →