Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρνάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το μικρό αρνί Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάκρέας από μικρό αρνί Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπολύ αθώος και άκακος άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρνάκι < αρνί + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρνάκιαρνάκια
Γενική——
Αιτιατικήαρνάκιαρνάκια
Κλητικήαρνάκιαρνάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →