αρνίσιος
•
- που ανήκει ή προέρχεται από αρνί Βικιλεξικό
- κρέας αρνίσιο
Ετυμολογία
αρνίσιος < αρν(ί) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρνίσιος | αρνίσια | αρνίσιο |
| Γενική | αρνίσιου | αρνίσιας | αρνίσιου |
| Αιτιατική | αρνίσιο | αρνίσια | αρνίσιο |
| Κλητική | αρνίσιε | αρνίσια | αρνίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρνίσιοι | αρνίσιες | αρνίσια |
| Γενική | αρνίσιων | αρνίσιων | αρνίσιων |
| Αιτιατική | αρνίσιους | αρνίσιες | αρνίσια |
| Κλητική | αρνίσιοι | αρνίσιες | αρνίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →