αρνησιά
•
- απάρνηση Βικιλεξικό
- λησμονιά Βικιλεξικό
- της Άρνης το νερό της αρνησιάς
Ετυμολογία
αρνησιά < αρνούμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρνησιά | αρνησιές |
| Γενική | αρνησιάς | αρνησιών |
| Αιτιατική | αρνησιά | αρνησιές |
| Κλητική | αρνησιά | αρνησιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →