Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρνησιδικία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η άρνηση έκδοσης δικαστικής απόφασης ή η αδυναμία έκδοσής της λόγω εγγενών αδυναμιών του συστήματος απονομής δικαιοσύνης Βικιλεξικό
    • Στη συνέχεια, το κράτος έχασε και την ικανότητα να εφαρμόζει τον νόμο εξαιτίας της βαθμιαίας διάβρωσής του και της επικράτησης μιας ευρύτατης αρνησιδικίας. Σύμφωνα με νέα στοιχεία, το σύνολο των αδίκαστων υποθέσεων στο Ελεγκτικό Συνέδριο έχει πλέον ξεπεράσει το όριο των 30.000 (Στάθης Ν. Καλύβας, Πού είμαστε και πού πάμε;: Διατρέχοντας την κρίση (2009-2016) και ατενίζοντας το μέλλον, εκδ. Μεταίχμιο, 2016 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A0%CE%BF%CF%8D_%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%80%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CE%AC/hNGkDQAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1&pg=PT202&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

αρνησιδικία < άρνηση + -δικία (< δίκη). Η λέξη ἀρνησιδικία απαντά ήδη από το 1840

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρνησιδικίααρνησιδικίες
Γενικήαρνησιδικίαςαρνησιδικιών
Αιτιατικήαρνησιδικίααρνησιδικίες
Κλητικήαρνησιδικίααρνησιδικίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →