αρνητισμός
•
- ψυχολογίαη συστηματική άρνηση, η αρνητική διάθεση, στάση ή συμπεριφορά Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαη συστηματική άρνηση, η αρνητική διάθεση, στάση ή συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρνητισμός < αρνητ(ής) + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική negativism)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρνητισμός | αρνητισμοί |
| Γενική | αρνητισμού | αρνητισμών |
| Αιτιατική | αρνητισμό | αρνητισμούς |
| Κλητική | αρνητισμέ | αρνητισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →