αροτριώ
•
- αρχαιοπρεπέςοργώνω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αροτριώνω (με προσαρμογή στην κοινή νεοελληνική)
Ετυμολογία
αροτριώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀροτριῶ, συνήθως από την κλίση σε -άω όπως τιμάω· σπανιότερες οι καταλήξεις από την κλίση -όω (όπως δηλόω)
Άλλοι τύποι
αροτρίωσααροτριούμαιαροτριούσααροτριωμένοςαροτριώθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →