αρουραίος
•
- θηλαστικό ζώοείδος τρωκτικού, το οποίο μοιάζει με μεγάλο ποντίκι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπανούργος, πονηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρουραίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρουραῖος, εννοείται το ουσιαστικό μῦς (ο ποντικός των αγρών) < ἄρουρα (θηλυκό, η καλλιεργημένη γη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂erh₃- (οργώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρουραίος | αρουραίοι |
| Γενική | αρουραίου | αρουραίων |
| Αιτιατική | αρουραίο | αρουραίους |
| Κλητική | αρουραίε | αρουραίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →