αρούφηχτος
•
- ιδιωματικό, Πελοπόννησος, Κρήτη) που δε γίνεται με ρούφηγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρούφηχτος < α- + ρουφηχτός (< ρουφάω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρούφηχτος | αρούφηχτη | αρούφηχτο |
| Γενική | αρούφηχτου | αρούφηχτης | αρούφηχτου |
| Αιτιατική | αρούφηχτο | αρούφηχτη | αρούφηχτο |
| Κλητική | αρούφηχτε | αρούφηχτη | αρούφηχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρούφηχτοι | αρούφηχτες | αρούφηχτα |
| Γενική | αρούφηχτων | αρούφηχτων | αρούφηχτων |
| Αιτιατική | αρούφηχτους | αρούφηχτες | αρούφηχτα |
| Κλητική | αρούφηχτοι | αρούφηχτες | αρούφηχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →