Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρούφηχτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικό, Πελοπόννησος, Κρήτη) που δε γίνεται με ρούφηγμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρούφηχτος < α- + ρουφηχτός (< ρουφάω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρούφηχτοςαρούφηχτηαρούφηχτο
Γενικήαρούφηχτουαρούφηχτηςαρούφηχτου
Αιτιατικήαρούφηχτοαρούφηχτηαρούφηχτο
Κλητικήαρούφηχτεαρούφηχτηαρούφηχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρούφηχτοιαρούφηχτεςαρούφηχτα
Γενικήαρούφηχτωναρούφηχτωναρούφηχτων
Αιτιατικήαρούφηχτουςαρούφηχτεςαρούφηχτα
Κλητικήαρούφηχτοιαρούφηχτεςαρούφηχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →