Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρπίζω

ρήμα
•
  1. σπάνιοπαίζω άρπα· τραγουδώ ή ψάλλω με συνοδεία άρπας Βικιλεξικό
    • Είναι μια φαντασμαγορική σειρά εικόνων, με άνδρες με μυτερά υποδήματα που ερωτροπούν ανάμεσα σε κρήνες και τις μυριστικές πορτοκαλιές του Κήπου του Έρωτα, ενώ αρπιστές αρπίζουν άρπες και οι γυναίκες χορεύουν μες στα μακριά κυματιστά φορέματά τους
    • Η σύγκριση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας όμως δεν πρέπει να γίνεται με κόσμους αγγελικά πλασμένους, όπου Χερουβείμ αρπίζουν θείες μελωδίες σε ευτυχισμένους αγίους, αλλά με τα όσα ισχύουν σήμερα στον κόσμο και όσα ίσχυαν στο παρελθόν
  2. νεολογισμόςεκτελώ αρπέζ (άρπισμα) Βικιλεξικό
    • Ο Μάλαμας αρπίζει τσιμπητά και μαστόρικα, ο Πάππος κρατά μεστά τ' ακόρντα και «επικεντρωμένα» ερμηνεύει όπως πρέπει ένα τραγικό αριστούργημα

Ετυμολογία

αρπίζω < ::# άρπ(α) + -ίζω ::# άρπι(σμα) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαρπίζωαρπίζειςαρπίζειαρπίζουμεαρπίζετεαρπίζουν / αρπίζουνε
Παρατατικόςάρπιζαάρπιζεςάρπιζεαρπίζαμεαρπίζατεάρπιζαν / αρπίζαν / αρπίζανε
Αόριστοςάρπισαάρπισεςάρπισεαρπίσαμεαρπίσατεάρπισαν / αρπίσαν / αρπίσανε
Μέλλονταςθα αρπίζω / θα αρπίσωθα αρπίζεις / θα αρπίσειςθα αρπίζει / θα αρπίσειθα αρπίζουμε / θα αρπίσουμεθα αρπίζετε / θα αρπίσετεθα αρπίζουν / θα αρπίζουνε / θα αρπίσουν / θα αρπίσουνε
Παρακείμενοςέχω αρπίσειέχεις αρπίσειέχει αρπίσειέχουμε αρπίσειέχετε αρπίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αρπίσειείχες αρπίσειείχε αρπίσειείχαμε αρπίσει——
Υποτακτικήνα έχω αρπίσει / να αρπίζω / να αρπίσωνα έχεις αρπίσει / να αρπίζεις / να αρπίσειςνα έχει αρπίσει / να αρπίζει / να αρπίσεινα έχουμε αρπίσει / να αρπίζουμε / να αρπίσουμενα έχετε αρπίσει / να αρπίζετε / να αρπίσετενα αρπίζουν / να αρπίζουνε / να αρπίσουν / να αρπίσουνε
Προστακτική—άρπιζε / άρπισε——αρπίζετε / αρπίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →