αρπίζω
•
- σπάνιοπαίζω άρπα· τραγουδώ ή ψάλλω με συνοδεία άρπας Βικιλεξικό
- Είναι μια φαντασμαγορική σειρά εικόνων, με άνδρες με μυτερά υποδήματα που ερωτροπούν ανάμεσα σε κρήνες και τις μυριστικές πορτοκαλιές του Κήπου του Έρωτα, ενώ αρπιστές αρπίζουν άρπες και οι γυναίκες χορεύουν μες στα μακριά κυματιστά φορέματά τους
- Η σύγκριση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας όμως δεν πρέπει να γίνεται με κόσμους αγγελικά πλασμένους, όπου Χερουβείμ αρπίζουν θείες μελωδίες σε ευτυχισμένους αγίους, αλλά με τα όσα ισχύουν σήμερα στον κόσμο και όσα ίσχυαν στο παρελθόν
- νεολογισμόςεκτελώ αρπέζ (άρπισμα) Βικιλεξικό
- Ο Μάλαμας αρπίζει τσιμπητά και μαστόρικα, ο Πάππος κρατά μεστά τ' ακόρντα και «επικεντρωμένα» ερμηνεύει όπως πρέπει ένα τραγικό αριστούργημα
Ετυμολογία
αρπίζω < ::# άρπ(α) + -ίζω ::# άρπι(σμα) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρπίζω | αρπίζεις | αρπίζει | αρπίζουμε | αρπίζετε | αρπίζουν / αρπίζουνε |
| Παρατατικός | άρπιζα | άρπιζες | άρπιζε | αρπίζαμε | αρπίζατε | άρπιζαν / αρπίζαν / αρπίζανε |
| Αόριστος | άρπισα | άρπισες | άρπισε | αρπίσαμε | αρπίσατε | άρπισαν / αρπίσαν / αρπίσανε |
| Μέλλοντας | θα αρπίζω / θα αρπίσω | θα αρπίζεις / θα αρπίσεις | θα αρπίζει / θα αρπίσει | θα αρπίζουμε / θα αρπίσουμε | θα αρπίζετε / θα αρπίσετε | θα αρπίζουν / θα αρπίζουνε / θα αρπίσουν / θα αρπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρπίσει | έχεις αρπίσει | έχει αρπίσει | έχουμε αρπίσει | έχετε αρπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρπίσει | είχες αρπίσει | είχε αρπίσει | είχαμε αρπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρπίσει / να αρπίζω / να αρπίσω | να έχεις αρπίσει / να αρπίζεις / να αρπίσεις | να έχει αρπίσει / να αρπίζει / να αρπίσει | να έχουμε αρπίσει / να αρπίζουμε / να αρπίσουμε | να έχετε αρπίσει / να αρπίζετε / να αρπίσετε | να αρπίζουν / να αρπίζουνε / να αρπίσουν / να αρπίσουνε |
| Προστακτική | — | άρπιζε / άρπισε | — | — | αρπίζετε / αρπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →