αρπακολλώ
•
- ιδιωματικόαρπάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρπακολλώ < αρπάζω + κολλώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρπακολλάω / αρπακολλώ | αρπακολλάς | αρπακολλά / αρπακολλάει | αρπακολλάμε / αρπακολλούμε | αρπακολλάτε | αρπακολλάν / αρπακολλάνε / αρπακολλούν / αρπακολλούνε |
| Παρατατικός | αρπακολλούσα | αρπακολλούσες | αρπακολλούσε | αρπακολλούσαμε | αρπακολλούσατε | αρπακολλούσαν / αρπακολλούσανε |
| Αόριστος | αρπακόλλησα | αρπακόλλησες | αρπακόλλησε | αρπακολλήσαμε | αρπακολλήσατε | αρπακολλήσαν / αρπακολλήσανε / αρπακόλλησαν |
| Μέλλοντας | θα αρπακολλάω / θα αρπακολλήσω / θα αρπακολλώ | θα αρπακολλάς / θα αρπακολλήσεις | θα αρπακολλά / θα αρπακολλάει / θα αρπακολλήσει | θα αρπακολλάμε / θα αρπακολλήσουμε / θα αρπακολλούμε | θα αρπακολλάτε / θα αρπακολλήσετε | θα αρπακολλάν / θα αρπακολλάνε / θα αρπακολλήσουν / θα αρπακολλήσουνε / θα αρπακολλούν / θα αρπακολλούνε |
| Παρακείμενος | έχω αρπακολλήσει | έχεις αρπακολλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρπακολλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρπακολλήσει / να αρπακολλάω / να αρπακολλήσω / να αρπακολλώ | να έχεις αρπακολλήσει / να αρπακολλάς / να αρπακολλήσεις | να αρπακολλά / να αρπακολλάει / να αρπακολλήσει | να αρπακολλάμε / να αρπακολλήσουμε / να αρπακολλούμε | να αρπακολλάτε / να αρπακολλήσετε | να αρπακολλάν / να αρπακολλάνε / να αρπακολλήσουν / να αρπακολλήσουνε / να αρπακολλούν / να αρπακολλούνε |
| Προστακτική | — | αρπακόλλα / αρπακόλλαγε / αρπακόλλησε | — | — | αρπακολλάτε / αρπακολλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →