Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρπακολλώ

ρήμα
•
  1. ιδιωματικόαρπάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρπακολλώ < αρπάζω + κολλώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαρπακολλάω / αρπακολλώαρπακολλάςαρπακολλά / αρπακολλάειαρπακολλάμε / αρπακολλούμεαρπακολλάτεαρπακολλάν / αρπακολλάνε / αρπακολλούν / αρπακολλούνε
Παρατατικόςαρπακολλούσααρπακολλούσεςαρπακολλούσεαρπακολλούσαμεαρπακολλούσατεαρπακολλούσαν / αρπακολλούσανε
Αόριστοςαρπακόλλησααρπακόλλησεςαρπακόλλησεαρπακολλήσαμεαρπακολλήσατεαρπακολλήσαν / αρπακολλήσανε / αρπακόλλησαν
Μέλλονταςθα αρπακολλάω / θα αρπακολλήσω / θα αρπακολλώθα αρπακολλάς / θα αρπακολλήσειςθα αρπακολλά / θα αρπακολλάει / θα αρπακολλήσειθα αρπακολλάμε / θα αρπακολλήσουμε / θα αρπακολλούμεθα αρπακολλάτε / θα αρπακολλήσετεθα αρπακολλάν / θα αρπακολλάνε / θα αρπακολλήσουν / θα αρπακολλήσουνε / θα αρπακολλούν / θα αρπακολλούνε
Παρακείμενοςέχω αρπακολλήσειέχεις αρπακολλήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα αρπακολλήσει—————
Υποτακτικήνα έχω αρπακολλήσει / να αρπακολλάω / να αρπακολλήσω / να αρπακολλώνα έχεις αρπακολλήσει / να αρπακολλάς / να αρπακολλήσειςνα αρπακολλά / να αρπακολλάει / να αρπακολλήσεινα αρπακολλάμε / να αρπακολλήσουμε / να αρπακολλούμενα αρπακολλάτε / να αρπακολλήσετενα αρπακολλάν / να αρπακολλάνε / να αρπακολλήσουν / να αρπακολλήσουνε / να αρπακολλούν / να αρπακολλούνε
Προστακτική—αρπακόλλα / αρπακόλλαγε / αρπακόλλησε——αρπακολλάτε / αρπακολλήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →