αρπιστής
•
- επάγγελμαο μουσικός που παίζει άρπα (έγχορδο μουσικό όργανο)· είτε κονσερτική άρπα με πεντάλ (μεγάλη), είτε μοχλική άρπα (με μοχλούς-λεβιέ, κέλτικη, μικρή) Βικιλεξικό
- ειδικευμένος χειριστής στο έγχορδο μουσικό όργανο άρπα
Ετυμολογία
αρπιστής < από το άρπα και την κατάληξη -ιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρπιστής | αρπιστές |
| Γενική | αρπιστή | αρπιστών |
| Αιτιατική | αρπιστή | αρπιστές |
| Κλητική | αρπιστή | αρπιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →