Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρρίζωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε ρίζωσε Βικιλεξικό
  2. μτφπου δε δέθηκε στέρεα με το έδαφος, δεν εγκαταστάθηκε μόνιμα κάπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρρίζωτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρρίζωτοςαρρίζωτηαρρίζωτο
Γενικήαρρίζωτουαρρίζωτηςαρρίζωτου
Αιτιατικήαρρίζωτοαρρίζωτηαρρίζωτο
Κλητικήαρρίζωτεαρρίζωτηαρρίζωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρρίζωτοιαρρίζωτεςαρρίζωτα
Γενικήαρρίζωτωναρρίζωτωναρρίζωτων
Αιτιατικήαρρίζωτουςαρρίζωτεςαρρίζωτα
Κλητικήαρρίζωτοιαρρίζωτεςαρρίζωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →