αρραβωνιάρα
•
- προφορικόθηλυκό του αρραβωνιάρης: η αρραβωνιαστικιά Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αρρεβωνιάρα
Ετυμολογία
αρραβωνιάρα < αρραβωνιάρ(ης) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρραβωνιάρα | αρραβωνιάρες |
| Γενική | αρραβωνιάρας | — |
| Αιτιατική | αρραβωνιάρα | αρραβωνιάρες |
| Κλητική | αρραβωνιάρα | αρραβωνιάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →