αρραβωνιάσματα
•
- η τελετή του αρραβώνα, το αρραβώνιασμα Βικιλεξικό
- —Aπόψε έχουμε τ' αρραβωνιάσματα της αδελφής μας!
Ετυμολογία
αρραβωνιάσματα: πληθυντικός αριθμός του αρραβώνιασμα, κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀρραβωνιάσματα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρραβωνιάσματα | αρραβωνιάσματα |
| Γενική | — | αρραβωνιασμάτων |
| Αιτιατική | — | αρραβωνιάσματα |
| Κλητική | — | αρραβωνιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →