αρρενογονικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με την αρρενογονία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Έτσι, είτε με αρρενογονική είτε με θηλυγονική συγγένεια, οι ξακουστές οικογένειες είχαν πάντα να παρουσιάσουν κάποιες δεσμευτικές σχέσεις
Ετυμολογία
αρρενογονικός < αρρενογον(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρρενογονικός | αρρενογονική | αρρενογονικό |
| Γενική | αρρενογονικού | αρρενογονικής | αρρενογονικού |
| Αιτιατική | αρρενογονικό | αρρενογονική | αρρενογονικό |
| Κλητική | αρρενογονικέ | αρρενογονική | αρρενογονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρρενογονικοί | αρρενογονικές | αρρενογονικά |
| Γενική | αρρενογονικών | αρρενογονικών | αρρενογονικών |
| Αιτιατική | αρρενογονικούς | αρρενογονικές | αρρενογονικά |
| Κλητική | αρρενογονικοί | αρρενογονικές | αρρενογονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →