Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρρενογονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την αρρενογονία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Έτσι, είτε με αρρενογονική είτε με θηλυγονική συγγένεια, οι ξακουστές οικογένειες είχαν πάντα να παρουσιάσουν κάποιες δεσμευτικές σχέσεις

Ετυμολογία

αρρενογονικός < αρρενογον(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρρενογονικόςαρρενογονικήαρρενογονικό
Γενικήαρρενογονικούαρρενογονικήςαρρενογονικού
Αιτιατικήαρρενογονικόαρρενογονικήαρρενογονικό
Κλητικήαρρενογονικέαρρενογονικήαρρενογονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρρενογονικοίαρρενογονικέςαρρενογονικά
Γενικήαρρενογονικώναρρενογονικώναρρενογονικών
Αιτιατικήαρρενογονικούςαρρενογονικέςαρρενογονικά
Κλητικήαρρενογονικοίαρρενογονικέςαρρενογονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →