αρρευστοποίητος
•
- κυριολεκτικάπου δε ρευστοποιήθηκε ή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί Βικιλεξικό
- ((μεταφορικά) για περιουσιακά στοιχεία) που δε μετατράπηκαν σε χρήμα / ρευστό ή που δεν επιδέχονται τέτοια μετατροπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρρευστοποίητος < α- (στερητικό) + ρευστοποιώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρρευστοποίητος | αρρευστοποίητη | αρρευστοποίητο |
| Γενική | αρρευστοποίητου | αρρευστοποίητης | αρρευστοποίητου |
| Αιτιατική | αρρευστοποίητο | αρρευστοποίητη | αρρευστοποίητο |
| Κλητική | αρρευστοποίητε | αρρευστοποίητη | αρρευστοποίητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρρευστοποίητοι | αρρευστοποίητες | αρρευστοποίητα |
| Γενική | αρρευστοποίητων | αρρευστοποίητων | αρρευστοποίητων |
| Αιτιατική | αρρευστοποίητους | αρρευστοποίητες | αρρευστοποίητα |
| Κλητική | αρρευστοποίητοι | αρρευστοποίητες | αρρευστοποίητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →