αρρωστίλα
•
- οσμή ασθένειας, οσμή που σχετίζεται με νόσο Βικιλεξικό
- η κατάσταση του ασθενούς Βικιλεξικό
- μεταφορικάαρρωστημένη σκέψη ή πράξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρρωστίλα < αρρώστ(ια) ή άρρωστ(ος) + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρρωστίλα | αρρωστίλες |
| Γενική | αρρωστίλας | — |
| Αιτιατική | αρρωστίλα | αρρωστίλες |
| Κλητική | αρρωστίλα | αρρωστίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →