αρρωστοφαγιά
•
- ειρωνικόυποτιθέμενη αρρώστια από την οποία κάποιος πάσχει (που τάχα προέρχεται είτε από έλλειψη τροφής είτε, αντίθετα, από το πολύ φαγητό) Βικιλεξικό
- γενικότεραασθένεια που δεν υπάρχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρρωστοφαγιά < άρρωστ(ος) + -ο- + φαγ- (τρώω, τρώγω)+ -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρρωστοφαγιά | αρρωστοφαγιές |
| Γενική | αρρωστοφαγιάς | αρρωστοφαγιών |
| Αιτιατική | αρρωστοφαγιά | αρρωστοφαγιές |
| Κλητική | αρρωστοφαγιά | αρρωστοφαγιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →