Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρσακειάδα

/aɾ.sa.ciˈa.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μαθήτρια του Αρσακείου, η οποία έχει εκπαιδευτεί με προσοχή κι αυστηρότητα σε θέματα ήθους, αγωγής και τρόπων συμπεριφοράς Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτή που φέρεται σαν δήθεν αρσακειάδα και χαρακτηρίζεται από σεμνοτυφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρσακειάδα < Αρσάκειο (μαρτυρείται από το 1887)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρσακειάδααρσακειάδες
Γενικήαρσακειάδαςαρσακειάδων
Αιτιατικήαρσακειάδααρσακειάδες
Κλητικήαρσακειάδααρσακειάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →