αρσακειάδα
•
- η μαθήτρια του Αρσακείου, η οποία έχει εκπαιδευτεί με προσοχή κι αυστηρότητα σε θέματα ήθους, αγωγής και τρόπων συμπεριφοράς Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτή που φέρεται σαν δήθεν αρσακειάδα και χαρακτηρίζεται από σεμνοτυφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρσακειάδα < Αρσάκειο (μαρτυρείται από το 1887)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρσακειάδα | αρσακειάδες |
| Γενική | αρσακειάδας | αρσακειάδων |
| Αιτιατική | αρσακειάδα | αρσακειάδες |
| Κλητική | αρσακειάδα | αρσακειάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →