αρσανάρης
•
- μοναχικό διακόνημαμοναχός υπεύθυνος για τον αρσανά μιας μονής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρσανάρης < αρσαν(άς) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρσανάρης | αρσανάρηδες |
| Γενική | αρσανάρη | αρσανάρηδων |
| Αιτιατική | αρσανάρη | αρσανάρηδες |
| Κλητική | αρσανάρη | αρσανάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →