Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρσενικοθήλυκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ερμαφρόδιτος, αυτός που έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα και των δύο φύλων (αρσενικού και θηλυκού). Βικιλεξικό
    • Κοιτούσε με περιέργεια το αρσενικοθήλυκο πρόσωπο της ηθοποιού.
  2. αυτός που υφίσταται και στα δύο γένη (αρσενικό και θηλυκό). Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρσενικοθήλυκος < αρσενικός + θηλυκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρσενικοθήλυκοςαρσενικοθήλυκηαρσενικοθήλυκο
Γενικήαρσενικοθήλυκουαρσενικοθήλυκηςαρσενικοθήλυκου
Αιτιατικήαρσενικοθήλυκοαρσενικοθήλυκηαρσενικοθήλυκο
Κλητικήαρσενικοθήλυκεαρσενικοθήλυκηαρσενικοθήλυκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρσενικοθήλυκοιαρσενικοθήλυκεςαρσενικοθήλυκα
Γενικήαρσενικοθήλυκωναρσενικοθήλυκωναρσενικοθήλυκων
Αιτιατικήαρσενικοθήλυκουςαρσενικοθήλυκεςαρσενικοθήλυκα
Κλητικήαρσενικοθήλυκοιαρσενικοθήλυκεςαρσενικοθήλυκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →