αρσενικούχος
•
- χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο αρσενικού Βικιλεξικό
- γενικότεραπου περιέχει αρσενικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρσενικούχος < αρσενικ(ό) + -ούχος, σημασιολογικό δάνειο από την γαλλική arsenical και την αγγλική arsenical
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρσενικούχος | αρσενικούχα | αρσενικούχο |
| Γενική | αρσενικούχου | αρσενικούχας | αρσενικούχου |
| Αιτιατική | αρσενικούχο | αρσενικούχα | αρσενικούχο |
| Κλητική | αρσενικούχε | αρσενικούχα | αρσενικούχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρσενικούχοι | αρσενικούχες | αρσενικούχα |
| Γενική | αρσενικούχων | αρσενικούχων | αρσενικούχων |
| Αιτιατική | αρσενικούχους | αρσενικούχες | αρσενικούχα |
| Κλητική | αρσενικούχοι | αρσενικούχες | αρσενικούχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →