αρσενικό γένος
•
- γραμματικήγραμματική κατηγορία στην οποία ανήκουν λέξεις που απαιτούν αρσενικές μορφές άρθρων (στα ελληνικά ο, ὁ και ένας, εἷς), επιθέτων και αντωνυμιών στην συμφωνία Βικιλεξικό
- > υπερώνυμα: γένος
- ≤ συνυπώνυμα: θηλυκό γένος, ουδέτερο γένος, κοινό γένος
- λόγιοοι άνδρες, οι άρρενες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρσενικό γένος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γένος ἀρσενικόν, ἀρσενικὸν γένος (π.χ. περί το 150 μ.Χ στον Απολλώνιο τον Δύσκολο, Περὶ συντάξεως).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρσενικό γένος | — |
| Γενική | αρσενικού γένους | — |
| Αιτιατική | αρσενικό γένος | — |
| Κλητική | αρσενικό γένος | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →