αρτίδιο
•
- αρτοπαρασκεύασμα που μοιάζει με μικρό στρογγυλό ψωμάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρτίδιο < μεσαιωνική ελληνική ἀρτίδιο (υποκοριστικό του ἄρτος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρτίδιο | αρτίδια |
| Γενική | αρτίδιου / αρτιδίου | αρτίδιων / αρτιδίων |
| Αιτιατική | αρτίδιο | αρτίδια |
| Κλητική | αρτίδιο | αρτίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →