αρταίνω
•
- παρέχω σε περίοδο νηστείας μη νηστίσιμη τροφή Βικιλεξικό
- καρυκεύω το φαγητό Βικιλεξικό
- αρταίνομαι: σταματώ τη νηστεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρταίνω < μεσαιωνική ελληνική ἀρτῶ + -αίνω < αρχαία ελληνική ἀρτύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρταίνω | αρταίνεις | αρταίνει | αρταίνουμε | αρταίνετε | αρταίνουν / αρταίνουνε |
| Παρατατικός | άρταινα | άρταινες | άρταινε | αρταίναμε | αρταίνατε | άρταιναν / αρταίναν / αρταίνανε |
| Αόριστος | άρτυσα | άρτυσες | άρτυσε | αρτύσαμε | αρτύσατε | άρτυσαν / αρτύσαν / αρτύσανε |
| Μέλλοντας | θα αρταίνω / θα αρτύσω | θα αρταίνεις / θα αρτύσεις | θα αρταίνει / θα αρτύσει | θα αρταίνουμε / θα αρτύσουμε | θα αρταίνετε / θα αρτύσετε | θα αρταίνουν / θα αρταίνουνε / θα αρτύσουν / θα αρτύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρτύσει | έχεις αρτύσει | έχει αρτύσει | έχουμε αρτύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρτύσει | είχες αρτύσει | είχε αρτύσει | είχαμε αρτύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρτύσει / να αρταίνω / να αρτύσω | να έχεις αρτύσει / να αρταίνεις / να αρτύσεις | να έχει αρτύσει / να αρταίνει / να αρτύσει | να έχουμε αρτύσει / να αρταίνουμε / να αρτύσουμε | να αρταίνετε / να αρτύσετε | να αρταίνουν / να αρταίνουνε / να αρτύσουν / να αρτύσουνε |
| Προστακτική | — | άρταινε / άρτυσε / έχε αρτυμένο | — | — | αρταίνετε / αρτύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →