Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρτηριοσκληρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αρτηριοσκλήρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου υποφέρει από αρτηριοσκλήρωση Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο οπισθοδρομικός, με παρωχημένες αντιλήψεις, αντιδραστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρτηριοσκληρωτικός < αρτηριοσκλήρωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρτηριοσκληρωτικόςαρτηριοσκληρωτικήαρτηριοσκληρωτικό
Γενικήαρτηριοσκληρωτικούαρτηριοσκληρωτικήςαρτηριοσκληρωτικού
Αιτιατικήαρτηριοσκληρωτικόαρτηριοσκληρωτικήαρτηριοσκληρωτικό
Κλητικήαρτηριοσκληρωτικέαρτηριοσκληρωτικήαρτηριοσκληρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρτηριοσκληρωτικοίαρτηριοσκληρωτικέςαρτηριοσκληρωτικά
Γενικήαρτηριοσκληρωτικώναρτηριοσκληρωτικώναρτηριοσκληρωτικών
Αιτιατικήαρτηριοσκληρωτικούςαρτηριοσκληρωτικέςαρτηριοσκληρωτικά
Κλητικήαρτηριοσκληρωτικοίαρτηριοσκληρωτικέςαρτηριοσκληρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →