αρτηριοσκληρωτικός
•
- που έχει σχέση με την αρτηριοσκλήρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ιατρικήπου υποφέρει από αρτηριοσκλήρωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάο οπισθοδρομικός, με παρωχημένες αντιλήψεις, αντιδραστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρτηριοσκληρωτικός < αρτηριοσκλήρωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρτηριοσκληρωτικός | αρτηριοσκληρωτική | αρτηριοσκληρωτικό |
| Γενική | αρτηριοσκληρωτικού | αρτηριοσκληρωτικής | αρτηριοσκληρωτικού |
| Αιτιατική | αρτηριοσκληρωτικό | αρτηριοσκληρωτική | αρτηριοσκληρωτικό |
| Κλητική | αρτηριοσκληρωτικέ | αρτηριοσκληρωτική | αρτηριοσκληρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρτηριοσκληρωτικοί | αρτηριοσκληρωτικές | αρτηριοσκληρωτικά |
| Γενική | αρτηριοσκληρωτικών | αρτηριοσκληρωτικών | αρτηριοσκληρωτικών |
| Αιτιατική | αρτηριοσκληρωτικούς | αρτηριοσκληρωτικές | αρτηριοσκληρωτικά |
| Κλητική | αρτηριοσκληρωτικοί | αρτηριοσκληρωτικές | αρτηριοσκληρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →