Αρτινός
•
- πατριδωνυμικόο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Άρτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Αρτινός < Άρτα + -ινός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Αρτινός | Αρτινοί |
| Γενική | Αρτινού | Αρτινών |
| Αιτιατική | Αρτινό | Αρτινούς |
| Κλητική | Αρτινέ | Αρτινοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →