αρτιώνω
•
- καθιστώ άρτιο, ολοκληρώνω Βικιλεξικό
- Με την άσκηση αρτιώνεται η γνώση.
- Η δουλειά αρτιώνει τον άνθρωπο.
Ετυμολογία
αρτιώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρτιώνω < ελληνιστική κοινή ἀρτιόω. Συγχρονικά αναλύεται σε άρτι(ος) + -ώνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρτιώνω | αρτιώνεις | αρτιώνει | αρτιώνουμε | αρτιώνετε | αρτιώνουν / αρτιώνουνε |
| Παρατατικός | αρτίωνα | αρτίωνες | αρτίωνε | αρτιώναμε | αρτιώνατε | αρτίωναν / αρτιώναν / αρτιώνανε |
| Αόριστος | αρτίωσα | αρτίωσες | αρτίωσε | αρτιώσαμε | αρτιώσατε | αρτίωσαν / αρτιώσαν / αρτιώσανε |
| Μέλλοντας | θα αρτιώνω / θα αρτιώσω | θα αρτιώνεις / θα αρτιώσεις | θα αρτιώνει / θα αρτιώσει | θα αρτιώνουμε / θα αρτιώσουμε | θα αρτιώνετε / θα αρτιώσετε | θα αρτιώνουν / θα αρτιώνουνε / θα αρτιώσουν / θα αρτιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρτιώσει | έχεις αρτιώσει | έχει αρτιώσει | έχουμε αρτιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρτιώσει | είχες αρτιώσει | είχε αρτιώσει | είχαμε αρτιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρτιώσει / να αρτιώνω / να αρτιώσω | να έχεις αρτιώσει / να αρτιώνεις / να αρτιώσεις | να έχει αρτιώσει / να αρτιώνει / να αρτιώσει | να έχουμε αρτιώσει / να αρτιώνουμε / να αρτιώσουμε | να αρτιώνετε / να αρτιώσετε | να αρτιώνουν / να αρτιώνουνε / να αρτιώσουν / να αρτιώσουνε |
| Προστακτική | — | αρτίωνε / αρτίωσε | — | — | αρτιώνετε / αρτιώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αρτιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →