αρτοκλασία
•
- εκκλησιαστικός όροςτελετή κατά την οποία ο ιερέας ευλογεί ψωμιά (τον άρτο) που, κατά την απόλυση, μοιράζονται, κομμάτι κομμάτι, στους πιστούς Βικιλεξικό
- Μετά τη Θεία Λειτουργία τελέσθηκε αρτοκλασία και ακολούθησε λιτάνευση της εικόνας της Παναγίας.
Ετυμολογία
αρτοκλασία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀρτοκλασία < ἀρτο- + κλάσ(ις) (σπάσιμο) (< κλάω) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρτοκλασία | αρτοκλασίες |
| Γενική | αρτοκλασίας | αρτοκλασιών |
| Αιτιατική | αρτοκλασία | αρτοκλασίες |
| Κλητική | αρτοκλασία | αρτοκλασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →