Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρτυμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. καρυκευμένος Βικιλεξικό
  2. αρτύσιμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρτυμένος < μεσαιωνική ελληνική αρτυμένος < αρχαία ελληνική ἠρτυμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἀρτύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ar-tu-

Άλλοι τύποι

αρτυμένααρτυμένεαρτυμένεςαρτυμένηαρτυμένηςαρτυμένοαρτυμένοιαρτυμένοςαρτυμένουαρτυμένουςαρτυμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →