αρτυμή
•
- γαστρονομίαάρτυμα, καρύκευμα Βικιλεξικό
- μη νηστίσιμο φαγητό Βικιλεξικό
- Μόνο ψημένα κάνει, γιατί τα τηγανισμένα θέλουν και αρτυμή, βούτυρο. Φτου! Φτου! Με κόλασες, γιε μου, σήμερα! (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Η Καθαρή Δευτέρα)
Ετυμολογία
αρτυμή < μεσαιωνική ελληνική ἄρτυμα < αρχαία ελληνική ἀρτύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρτυμή | αρτυμές |
| Γενική | αρτυμής | αρτυμών |
| Αιτιατική | αρτυμή | αρτυμές |
| Κλητική | αρτυμή | αρτυμές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →