αρυμοτόμητος
•
- για περιοχέςπου δε ρυμοτομήθηκε, για τον οποίο δεν υπάρχει εγκεκριμένο σχέδιο ρυμοτομίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρυμοτόμητος < α- + ρυμοτομώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρυμοτόμητος | αρυμοτόμητη | αρυμοτόμητο |
| Γενική | αρυμοτόμητου | αρυμοτόμητης | αρυμοτόμητου |
| Αιτιατική | αρυμοτόμητο | αρυμοτόμητη | αρυμοτόμητο |
| Κλητική | αρυμοτόμητε | αρυμοτόμητη | αρυμοτόμητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρυμοτόμητοι | αρυμοτόμητες | αρυμοτόμητα |
| Γενική | αρυμοτόμητων | αρυμοτόμητων | αρυμοτόμητων |
| Αιτιατική | αρυμοτόμητους | αρυμοτόμητες | αρυμοτόμητα |
| Κλητική | αρυμοτόμητοι | αρυμοτόμητες | αρυμοτόμητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →