αρχίζω
•
- κάνω αρχή κάποιας πράξης ή έργου, βάζω μπρος, ξεκινώ Βικιλεξικό
- είμαι στην αρχή, στο αρχίνημά μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχίζω < ἀρχή. Συγχρονικά αναλύεται σε αρχ(ή) + -ίζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρχίζω | αρχίζεις | αρχίζει | αρχίζουμε | αρχίζετε | αρχίζουν / αρχίζουνε |
| Παρατατικός | άρχιζα | άρχιζες | άρχιζε | αρχίζαμε | αρχίζατε | άρχιζαν / αρχίζαν / αρχίζανε |
| Αόριστος | άρχισα | άρχισες | άρχισε | αρχίσαμε | αρχίσατε | άρχισαν / αρχίσαν / αρχίσανε |
| Μέλλοντας | θα αρχίζω / θα αρχίσω | θα αρχίζεις / θα αρχίσεις | θα αρχίζει / θα αρχίσει | θα αρχίζουμε / θα αρχίσουμε | θα αρχίζετε / θα αρχίσετε | θα αρχίζουν / θα αρχίζουνε / θα αρχίσουν / θα αρχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρχίσει | έχεις αρχίσει | έχει αρχίσει | έχουμε αρχίσει | έχετε αρχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρχίσει | είχες αρχίσει | είχε αρχίσει | είχαμε αρχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρχίσει / να αρχίζω / να αρχίσω | να έχεις αρχίσει / να αρχίζεις / να αρχίσεις | να έχει αρχίσει / να αρχίζει / να αρχίσει | να έχουμε αρχίσει / να αρχίζουμε / να αρχίσουμε | να έχετε αρχίσει / να αρχίζετε / να αρχίσετε | να αρχίζουν / να αρχίζουνε / να αρχίσουν / να αρχίσουνε |
| Προστακτική | — | άρχιζε / άρχισε | — | — | αρχίζετε / αρχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →